ρεμετζάρω
και ρεμεντζάρω και ρεμι(ν)(τ)ζάρω, ρ. [μετβ.]
- (ναυτ.) α) ρυμουλκώ το πλοίο με ρεμέτζο [δες λ.], β) αγκυροβολώ, ορμίζω
- σταθμεύω σε γκαράζ ή σε πάρκινγκ.
Ετυμολογία
< ιταλ. remeggiare [= κωπηλατώ].
Παράγωγα
ρεμε(ν)τζάρισμα [= όρμιση].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρεμετζάρω», σ. 728. https://navalhistory.gr/lexiko/ρεμετζαρω/