navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ακταιωρός

ακταιωρός

ο/η, ουσ.

  1. ο φύλακας των ακτών
  2. (ναυτ.) μικρό πολεμικό πλοιάριο, παλαιότερα ιστιοφόρο ή μηχανοκίνητο, σήμερα ταχύπλοο, που περιπολεί κατά μήκος των ακτών για περιπολία και φύλαξη καθώς και για εφοδιασμό των παράκτιων πυροβολείων, συνών. ακτοφυλακίδα.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀκταίωρος < ἀκτή + (αρχ.)ὤρα [= φροντίδα].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ακταιωρός», σ. 59. https://navalhistory.gr/lexiko/ακταιωροσ/