μηχανότρατα
η, ουσ.

(ναυτ.) αλιευτικό σκάφος που κινείται με μηχανή και αλιεύει με τη μέθοδο της τράτας [= δίχτυα και σάκος, αλλιώς: πετσάλι].
Ετυμολογία
< μηχαν(ή) -ο- + τράτα.
Από τον Τύπο
«Ο αλιευτικός εξοπλισμός μιας μηχανότρατας είναι: τα συρματόσχοινα, οι πόρτες, τα σχοινιά και η τράτα (δίχτυα και σάκος). Όλη η τράτα την ώρα του ψαρέματος έχει μήκος 40 ως 60 μέτρα. Ο σάκος μόνος του έχει μήκος περίπου 5 μέτρα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μηχανότρατα», σ. 525. https://navalhistory.gr/lexiko/μηχανοτρατα/