navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καργάρω

καργάρω

ρ. [μετβ.]

  1. γεμίζω κάποιον χώρο με ποσότητα, συνήθως υγρού σώματος, μέχρι το σημείο εισόδου, ως το χείλος, παραγεμίζω, συνών. φουλάρω
  2. α) τεντώνω, β) φορτώνω κάτι με υπερβολικό βάρος, συνών. παραφορτώνω, τιγκάρω
  3. (ναυτ.) τοποθετώ στα ναυπηγικά σκαριά πλοίο για επισκευή ή για έλεγχο, β) τραβώ με όλη μου τη δύναμη τα κουπιά.

Ετυμολογία

< βενετ. cargar < carga [= γεμάτο όπλο, φορτίο].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καργάρω», σ. 408. https://navalhistory.gr/lexiko/καργαρω/