διαταγή
η, ουσ.
- γραπτή ή προφορική εντολή προσώπου που διαθέτει εξουσία σε κάποιο άλλο άτομο διοικητικά κατώτερο με σκοπό την εκτέλεση ή την παύση ή την αποτροπή έργου, συνών. προσταγή, διάτα
- (οικον.) «διαταγή πληρωμής», γραπτή εντολή προς την τράπεζα για την πληρωμή κάποιου ποσού
- (παροιμ.) «Βασιλική διαταγή και τα σκυλιά δεμένα», εντολή που πρέπει να πραγματοποιηθεί οπωσδήποτε, (ναυτ.) «διαταγή παραδόσεως» ή «διατακτική παραδόσεως» (delivery order), «βιβλίο πρωινών / νυχτερινών διαταγών».
Ετυμολογία
< μτγν. διαταγή.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαταγή», σ. 217. https://navalhistory.gr/lexiko/διαταγη/