navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διαταγή

διαταγή

η, ουσ.

  1. γραπτή ή προφορική εντολή προσώπου που διαθέτει εξουσία σε κάποιο άλλο άτομο διοικητικά κατώτερο με σκοπό την εκτέλεση ή την παύση ή την αποτροπή έργου, συνών. προσταγή, διάτα
  2. (οικον.) «διαταγή πληρωμής», γραπτή εντολή προς την τράπεζα για την πληρωμή κάποιου ποσού
  3. (παροιμ.) «Βασιλική διαταγή και τα σκυλιά δεμένα», εντολή που πρέπει να πραγματοποιηθεί οπωσδήποτε, (ναυτ.) «διαταγή παραδόσεως» ή «διατακτική παραδόσεως» (delivery order), «βιβλίο πρωινών / νυχτερινών διαταγών».

Ετυμολογία

< μτγν. διαταγή.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαταγή», σ. 217. https://navalhistory.gr/lexiko/διαταγη/