navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Χ › χαλός

χαλός

ο, ουσ.

  1. (ναυτ.) α) η μυτερή άκρη στο αγκίστρι του ψαρέματος, β) το νύχι της άγκυρας, το ακρότατο δηλ. σημείο αγκίστρωσης της άγκυρας
  2. (ζωολ.) το πλοκάμι του χταποδιού
  3. (γενικότ.) απόληξη αντικειμένου.

Ετυμολογία

< αρχ. χηλή [= 1. οπλή αλόγου, σε Ησίοδ., Ευρ. 2. κυματοθραύστης, φτιαγμένος από πέτρες τοποθετημένες στη βάση ενός τείχους στη θάλασσα για να ανακόπτει τη δύναμη των κυμάτων (ονομάστηκε έτσι επειδή μοιάζει με οπλή) L.&Sc.].

Σύνθετα

τεσσαροχάλης [= είδος άγκυρας με τέσσερεις βραχίονες], τρίχαλος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χαλός», σσ. 908-909. https://navalhistory.gr/lexiko/χαλοσ/