οθόνη
η, ουσ.
- α) λευκό βαμβακερό ή λινό ύφασμα, β) καραβόπανο, λινάτσα
- λευκή επιφάνεια, από ύφασμα ή συνθετικό υλικό, πάνω στην οποία προβάλλονται ταινίες
- λευκή υφασμάτινη επιφάνεια, που φωτιζόμενη λειτουργεί ως σκηνικό περιβάλλον του θεάτρου σκιών
- αδιάβροχο κηρωμένο ύφασμα, κατάλληλο για προστατευτικό κάλυμμα, μουσαμάς
- συσκευή προβολής των δεδομένων του υπολογιστή, μόνιτορ
- (ναυτ.) ύφασμα ιστίου σε πλωτό μέσο, το ιστίο
- αρτάνη, είδος αναβατορίου, αλλιώς: σαμπάνι.
Ετυμολογία
< αρχ. ὀθόνη [= λινό ύφασμα], στη μτγν. εποχή με επιπλέον σημασία «πανί καραβιού».
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οθόνη», σ. 597. https://navalhistory.gr/lexiko/οθονη/