χοινικίδα
η, ουσ.
(ναυτ.) χοινίκη, χαρούπα, ροδέλα, κυκλική μεταλλική λάμα που καλύπτει εξωτερικά τον τροχό της άμαξας.
Ετυμολογία
< αρχ. χοινίκιον < χοινικίς [= 1. όργανο βασανισμού, 2. ο κύκλος του στεφανιού, 3. σπήλαιο σε βραχώδη ακτή, 4. μέτρο για στερεά αντικείμενα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χοινικίδα», σ. 919. https://navalhistory.gr/lexiko/χοινικιδα/