φόγος
ο, ουσ.
(ναυτ.) η κατώτερη σταυρωτή κεραία του ιστού των τρίστηλων ιστιοφόρων, επίκριο.
Ετυμολογία
< ίσως από το βενετ. ή λατιν. fogo [= φωτιά].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φόγος», σ. 892. https://navalhistory.gr/lexiko/φογοσ/