navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λώμα

λώμα

το, ουσ.

  1. (ενδυμ.) άκρη υφάσματος
  2. (ναυτ.) σχοινί που ράβεται περιμετρικά από το πανί του ιστίου για να το ενισχύσει και να το προφυλάξει από τον άνεμο, συνών. γραντί.

Ετυμολογία

< αρχ. λῶμα [= άκρη ενδύματος].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λώμα», σ. 492. https://navalhistory.gr/lexiko/λωμα/