κάρτα
η, ουσ.
- μικρό φωτογραφικό έντυπο που χρησιμοποιείται για ευχές και ολιγόλογα μηνύματα, ταχυδρομικό δελτάριο, συνών. καρτ-ποστάλ
- μικρό ορθογώνιο φύλλο που περιέχει τα προσωπικά στοιχεία του κατόχου, τύπος άτυπης ταυτότητας
- (φρ.) «κάρτα εισόδου / επιβίβασης / μπιάνκα / καυσαερίων / απεριόριστων ή πολλαπλών διαδρομών / νέων», «πιστωτική / κόκκινη / εκπτωτική / Χριστουγεννιάτικη / ψηφιακή / ευχετήρια κάρτα» κ.λπ.
- (πληροφ.) πλακέτα κυκλώματος που εισάγεται σε υπολογιστή για να βελτιώσει τις λειτουργίες του
- (ναυτ.) ο καθένας από τους 32 ανεμόρρομβους στους οποίους υποδιαιρείται το ανεμολόγιο.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < ιταλ. carta < λατιν. charta < αρχ. χάρτης < αιγυπτιακής προέλευσης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάρτα», σσ. 410-411. https://navalhistory.gr/lexiko/καρτα/