άμμα
η, ουσ.
(τεχνολ.) οτιδήποτε που είναι δεμένο ή κατάλληλο για δέσιμο:
- κόμπος
- βρόχος, θηλιά
- σκοινί ή ταινία
- κάλυκας άνθους
- κότσος γυναικείας κόμης
- κρίκος αλυσίδας
- (ναυτ.) «κλειδί» άγκυρας, τμήμα της αλυσίδας με μήκος 27,5μ. ή 15 οργιές.
Ετυμολογία
< αρχ. ἅμμα, τό, < ομηρ. λ. ἅπτω [= δένω, συνενώνω, συγκολλώ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άμμα», σ. 71. https://navalhistory.gr/lexiko/αμμα/