navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άμμα

άμμα

η, ουσ.

(τεχνολ.) οτιδήποτε που είναι δεμένο ή κατάλληλο για δέσιμο:

  1. κόμπος
  2. βρόχος, θηλιά
  3. σκοινί ή ταινία
  4. κάλυκας άνθους
  5. κότσος γυναικείας κόμης
  6. κρίκος αλυσίδας
  7. (ναυτ.) «κλειδί» άγκυρας, τμήμα της αλυσίδας με μήκος 27,5μ. ή 15 οργιές.

Ετυμολογία

< αρχ. ἅμμα, τό, < ομηρ. λ. ἅπτω [= δένω, συνενώνω, συγκολλώ].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άμμα», σ. 71. https://navalhistory.gr/lexiko/αμμα/