navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σλέπι

σλέπι

το, ουσ. [χωρίς γεν.]

(ναυτ.) α) φορτηγό ποταμόπλοιο που χρησιμοποιείται κυρίως στον Δούναβη ποταμό, χωρίς τροπίδα και με αβαθή και πλατιά ύφαλα, αυτόνομο μηχανικά κι άλλοτε ρυμουλκούμενο, β) μικρό δεξαμενόπλοιο, κατάλληλα διαμορφωμένο, για μεταφορά και μεταφόρτωση καυσίμου από τον χώρο του διυλιστηρίου για ανεφοδιασμό πλοίων, συνών. η μπάρτζα.

Ετυμολογία

< ρουμ. çlep < γερμ. Schlepper [= ρυμουλκό, τρακτέρ] < ρ. schleppen [= τραβώ, σύρω].

Παράγωγα

σλεπιτζής.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σλέπι», σ. 772. https://navalhistory.gr/lexiko/σλεπι/