ντρίφτερ
το, άκλ. ουσ.
(ναυτ.) τύπος, παλαιότερα ιστιοφόρου σκάφους, σήμερα μηχανοκίνητου, αλιευτικού σκάφους που είναι κατάλληλο για την αλιεία της ρέγκας.
Ετυμολογία
< αγγλ. drifter.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ντρίφτερ», σ. 587. https://navalhistory.gr/lexiko/ντριφτερ/