σοντάρω
ρ. [μετβ.]
- (ναυτ.) βυθομετρώ
- (τεχνολ.) κάνω δειγματοληψία σε κάποιο προϊόν
- (ιατρ.) χειρίζομαι το ιατρικό εργαλείο σόντα [= α) χειρουργικό εργαλείο, β) καθετήρας]
- (μτφ.) α) εξετάζω, β) προσπαθώ να καταλάβω τις σκέψεις κάποιου.
Ετυμολογία
< ιταλ. sondare < sonda [= καθετήρας].
Παράγωγα
σοντάρισμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σοντάρω», σ. 774. https://navalhistory.gr/lexiko/σονταρω/