navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σοντάρω

σοντάρω

ρ. [μετβ.]

  1. (ναυτ.) βυθομετρώ
  2. (τεχνολ.) κάνω δειγματοληψία σε κάποιο προϊόν
  3. (ιατρ.) χειρίζομαι το ιατρικό εργαλείο σόντα [= α) χειρουργικό εργαλείο, β) καθετήρας]
  4. (μτφ.) α) εξετάζω, β) προσπαθώ να καταλάβω τις σκέψεις κάποιου.

Ετυμολογία

< ιταλ. sondare < sonda [= καθετήρας].

Παράγωγα

σοντάρισμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σοντάρω», σ. 774. https://navalhistory.gr/lexiko/σονταρω/