σαγιάρω
ρ. [μετβ.]
(ναυτ.) α) προτείνω το μπαστούνι του προβόλου (φλόκου) προς τα έξω, β) (προστ.) σάγια, ναυτικό κέλευσμα.
Ετυμολογία
< λατιν. προέλευσης.
Παράγωγα
σαγιάρισμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σαγιάρω», σ. 739. https://navalhistory.gr/lexiko/σαγιαρω/