κουτάλα
η, ουσ.
- (εργαλ.) σκεύος μαγειρικής
- (ναυτ.) εξάρτημα σκαπτικού μηχανήματος ή βυθοκόρου [αλλιώς: φαγάνα] για την απομάκρυνση λάσπης από το βυθό
- (ανατ.) η ωμοπλάτη
- (ιατρ.) εμβρυουλκός, χειρουργικό εργαλείο τοκετού.
Ετυμολογία
< μσν. κουτάλα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κουτάλα», σ. 456. https://navalhistory.gr/lexiko/κουταλα/