υποναύλωση
η, ουσ.
(ναυτ.) η διαδικασία ναύλωσης πλοίου προς τρίτο πρόσωπο ή εταιρεία με νόμιμο συνταχθέν ναυλοσύμφωνο για ορισμένο χρονικό διάστημα.
Ετυμολογία
< υπό + ναύλωση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υποναύλωση», σ. 875. https://navalhistory.gr/lexiko/υποναυλωση/