καπουτσίνος
ο, ουσ.
- (θρησκ.) καθολικός μοναχός που ανήκει στο ομώνυμο τάγμα
- (ζωολ.) είδος πιθήκου
- ποώδες φυτό που τα λουλούδια του μοιάζουν με χωνάκια, καπουτσίνι
- (ναυτ.) συστολέας επιδρόμου [= κατάλληλο σχοινί για το κατέβασμα των ανοιχτών πανιών ιστιοφόρου σκάφους και ειδικότερα του πρυμναίου τραπεζοειδούς ιστίου]
- (ουδ.) το καπουτσίνο, [άκλ. ουσ.] καφές εσπρέσο που παρασκευάζεται σε καφετιέρα, με προσθήκη αφρόγαλου.
Ετυμολογία
< ιταλ. cappuccino (υποκορ. του cappuccio [= κουκούλα] + -ς.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καπουτσίνος», σ. 404. https://navalhistory.gr/lexiko/καπουτσινοσ/