navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καπουτσίνος

καπουτσίνος

ο, ουσ.

  1. (θρησκ.) καθολικός μοναχός που ανήκει στο ομώνυμο τάγμα
  2. (ζωολ.) είδος πιθήκου
  3. ποώδες φυτό που τα λουλούδια του μοιάζουν με χωνάκια, καπουτσίνι
  4. (ναυτ.) συστολέας επιδρόμου [= κατάλληλο σχοινί για το κατέβασμα των ανοιχτών πανιών ιστιοφόρου σκάφους και ειδικότερα του πρυμναίου τραπεζοειδούς ιστίου]
  5. (ουδ.) το καπουτσίνο, [άκλ. ουσ.] καφές εσπρέσο που παρασκευάζεται σε καφετιέρα, με προσθήκη αφρόγαλου.

Ετυμολογία

< ιταλ. cappuccino (υποκορ. του cappuccio [= κουκούλα] + -ς.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καπουτσίνος», σ. 404. https://navalhistory.gr/lexiko/καπουτσινοσ/