πάρελξη
η, ουσ.
- (ναυτ.) τράβηγμα κάποιου πλωτού μέσου από την ξηρά με την βοήθεια πάρολκου, ρυμούλκηση, παρολκή
- (αστρον.) η μεταβολή της ελλειπτικής τροχιάς ουρανίων σωμάτων που οφείλεται στις ελκτικές τους αλληλεπιδράσεις.
Ετυμολογία
< παρέλκω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πάρελξη», σ. 639. https://navalhistory.gr/lexiko/παρελξη/