navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κάβουρας

κάβουρας

ο, καβουρίνα, η, και καβούρι, το, ουσ. [πληθ. κάβουρες]

κάβουρας, εικόνα από το έντυπο
κάβουρας, εικόνα από το έντυπο
  1. (ζωολ.) καρκινοειδές μαλακόστρακο της τάξης των δεκάποδων, ζει στη θάλασσα, στις λίμνες και τα ποτάμια, έχει πολυγωνικό ή στρογγυλό σχήμα, είναι εξοπλισμένο μ’ ένα ζευγάρι δαγκάνες, παμφάγο, αναφέρονται 6.793 είδη, τρέφεται με φύκια, μαλάκια, σκουλήκια, μύκητες, αυγά μικρών ζώων, αλλιώς και ως: ο θαλάσσιος καρκίνος,
  2. (εργαλ.) μεταλλικό ρυθμιζόμενο εργαλείο που χρησιμεύει στο βίδωμα μεταλλικών, κυρίως, αντικειμένων, συνών. σωληνοστρόφιο, σωληνοκάβουρας
  3. (μτφ.) αυτός που κινείται πολύ αργά, συνών. αργοκίνητος, βραδύς, αργοπόρος, βραδυπόρος
  4. (ναυτ.) η άγκυρα, οι βραχίονες της οποίας συνδέονται με την άτρακτο
  5. (ειδ. φρ. παροιμίες) α) «Αγάλια αγάλια κάβουρα, να ’ρθει το καλοκαίρι, να ξεραθούν οι ποταμοί, να πιάσεις άλλα μέρη», αναφέρεται στην οκνηρία, β) «Τι είναι ο κάβουρας, τι είναι το ζουμί του», για κάτι που δεν επαρκεί, γ) «Εδώ σε θέλω κάβουρα, να περπατάς στα κάρβουνα», για κάτι δύσκολο ή για κάτι που απαιτεί ιδιαίτερες ικανότητες.

Ετυμολογία

< μσν. κάβουρος < μτγν. κάραβος [= καραβίδα] < αρχ. πάγουρος [= είδος καρκινοειδούς, κάβουρας] πᾰγῆναι [απαρ. Παθητ. αορ. του πήγνυμι] + οὐρά.

Σύνθετα

καβουρομάνα, καβουρολογάω [= μαζεύω καβούρια], καβουρολόγος, καβουροσύρτης.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάβουρας», σ. 382. https://navalhistory.gr/lexiko/καβουρασ/