κάβουρας
ο, καβουρίνα, η, και καβούρι, το, ουσ. [πληθ. κάβουρες]


- (ζωολ.) καρκινοειδές μαλακόστρακο της τάξης των δεκάποδων, ζει στη θάλασσα, στις λίμνες και τα ποτάμια, έχει πολυγωνικό ή στρογγυλό σχήμα, είναι εξοπλισμένο μ’ ένα ζευγάρι δαγκάνες, παμφάγο, αναφέρονται 6.793 είδη, τρέφεται με φύκια, μαλάκια, σκουλήκια, μύκητες, αυγά μικρών ζώων, αλλιώς και ως: ο θαλάσσιος καρκίνος,
- (εργαλ.) μεταλλικό ρυθμιζόμενο εργαλείο που χρησιμεύει στο βίδωμα μεταλλικών, κυρίως, αντικειμένων, συνών. σωληνοστρόφιο, σωληνοκάβουρας
- (μτφ.) αυτός που κινείται πολύ αργά, συνών. αργοκίνητος, βραδύς, αργοπόρος, βραδυπόρος
- (ναυτ.) η άγκυρα, οι βραχίονες της οποίας συνδέονται με την άτρακτο
- (ειδ. φρ. παροιμίες) α) «Αγάλια αγάλια κάβουρα, να ’ρθει το καλοκαίρι, να ξεραθούν οι ποταμοί, να πιάσεις άλλα μέρη», αναφέρεται στην οκνηρία, β) «Τι είναι ο κάβουρας, τι είναι το ζουμί του», για κάτι που δεν επαρκεί, γ) «Εδώ σε θέλω κάβουρα, να περπατάς στα κάρβουνα», για κάτι δύσκολο ή για κάτι που απαιτεί ιδιαίτερες ικανότητες.
Ετυμολογία
< μσν. κάβουρος < μτγν. κάραβος [= καραβίδα] < αρχ. πάγουρος [= είδος καρκινοειδούς, κάβουρας] πᾰγῆναι [απαρ. Παθητ. αορ. του πήγνυμι] + οὐρά.
Σύνθετα
καβουρομάνα, καβουρολογάω [= μαζεύω καβούρια], καβουρολόγος, καβουροσύρτης.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάβουρας», σ. 382. https://navalhistory.gr/lexiko/καβουρασ/