navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κορώνη

κορώνη

η, ουσ.

(ναυτ.) το πάνω κυρτό εξωτερικό άκρο της πρύμνης του ξύλινου σκάφους, που παλιότερα ήταν στολισμένο με ξυλόγλυπτα και χρώματα, (φρ.) «φανός κορώνης», φωτιστικό απαραίτητο σε όλα τα σκάφη που έχει λευκό φως με υποχρεωτικό τόξο 135 μοιρών, έτσι ώστε να διακρίνεται η πίσω πλευρά του σκάφους.

Ετυμολογία

< αρχ. κορωνίς, γεν. -ίδος, [= 1. με λυγισμένο ράμφος, καμπυλωτός, κυρτός, λέγεται για πλοία, από το σχήμα της πλώρης και της πρύμνης, 2. λέγεται για αγελάδες, με κυρτά κέρατα, 3. (ως ουσ.) καμπυλωτή γραμμή, μονοκονδυλιά στο τέλος του βιβλίου].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κορώνη», σ. 451. https://navalhistory.gr/lexiko/κορωνη/