μάντος
ο, ουσ.
(ναυτ.) 1. σχοινί με το οποίο συνδέονται η κεραία και τα πανιά του ιστιοφόρου, 2, το πολύσπαστο, κοινώς: παλάγκο, 3. (φρ.) «μάντος του πεσκαδούρου», το σύσπαστο του μασχαλιστήρα, το οποίο χρησιμεύει για τον χειρισμό της άγκυρας.
Ετυμολογία
< βενετ. mante.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μάντος», σ. 501. https://navalhistory.gr/lexiko/μαντοσ/