σημαντήρας
ο, ουσ.

- (τεχνολ.) σηματοδότης
- (ναυτ.) οποιοδήποτε αντικείμενο που παραμένει στη επιφάνεια της θάλασσας, σε συγκεκριμένο σημείο, με σταθερό αγκυροβόλιο από τέσσερεις άγκυρες ή ναύδετο, για να καταδεικνύει τη θέση κάποιου ναυαγίου, π.χ. μιας ποντισμένης αγκύρας, τα όρια ενός θαλάσσιου διαύλου, την ύπαρξη αλιευτικών εργαλείων [διχτυών, παραγαδιών], τηλεφωνικών ή ηλεκτροφόρων καλωδίων, το πεδίο βολής κ.λπ. συνών. σημαδούρα [δες λ.] και (τ)σαμαδούρα, ναύδετο [δες λ.], καβιτέλλο, (φρ.) «σημαντήρας αυτόματος / βαρελοειδής / ηχητικός / κυλινδρικός / κωνικός / δικωνικός / οξυκόρυφος / πασσαλοειδής / ρομβοειδής / κωλουροκωνικός / κωδωνοφόρος / στυλοειδής / φωτοβόλος / συρικτροφόρος / με σειρήνα ομίχλης / διαύλου / αφετηρίας αγώνων / επικίνδυνης περιοχής / ναυαγίου / πρόσδεσης σκαφών / άγκυρας πλωτός / φωτεινός».
Ετυμολογία
< μτγν. σημαντήρ [= σημαδούρα] γεν. -ῆρος < αρχ. σημαίνω [= 1. δείχνω, δηλώνω, γνωστοποιώ, φανερώνω, 2. κάνω σινιάλο].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σημαντήρας», σ. 755. https://navalhistory.gr/lexiko/σημαντηρασ/