πλους
ο, ουσ. [αρχ. πλοῦς ] [πληθ. πλόες]
(ναυτ.)
- ταξίδι που πραγματοποιείται με καράβι, θαλασσοπορία, ρότα
- η πορεία του πλοίου, η πλεύση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλους», σ. 677. https://navalhistory.gr/lexiko/πλουσ/