πορθμείο
το, ουσ.
- (ναυτ.) α) το πλεούμενο που πραγματοποιεί τη μετακίνηση ανθρώπων, οχημάτων αλλά και υλικών και αγαθών, από τη μία ακτή στην άλλη, συνών. φεριμπότ, περαταριά, σχεδία, β) τα ναύλα για το πέρασμα με το πλωτό μέσο
- τόπος από τον οποίο διαβαίνει κανείς για να πάει από ακτή σε ακτή ή από όχθη σε όχθη, πόρος
- (αρχ.) το/τα πορθμείο/α [συνήθως στον πληθ.], το νόμισμα που τοποθετούσαν στο στόμα του νεκρού ως ναύλα για το πέρασμα της ψυχής στον Κάτω Κόσμο.
Ετυμολογία
<
ή < αρχ. πορθμεῖον, [= 1. σημείο περάσματος, διάβαση πάνω από κάτι, δίαυλος, σε Ηρόδ. και Ξεν. 2. μικρό πλοιάριο, 3. ναύλα πλοίου, αμοιβή πορθμέα] < πορθμός.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πορθμείο», σ. 687. https://navalhistory.gr/lexiko/πορθμειο/