τεταρτορρόμβιο
το, ουσ.
- Ναυτικοί όροι
- από το 1858

(ναυτ.) καθένα από τα τεταρτημόρια στα οποία υποδιαιρείται καθένας από τους 32 ρόμβους του ανεμολογίου [παλαιοί τύπου] ναυτικής πυξίδας και αντιστοιχεί με τόξο 2° 48' 45", αλλιώς: τέταρτο, κοινώς:.
Ετυμολογία
< τέταρτο(ν) + ρόμβος + -ιον. Η λ. μαρτυρείται από το 1858 στο Ονοματολόγιον Ναυτικόν. [φωτό από τη χάρτα του Ρήγα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τεταρτορρόμβιο», σ. 826. https://navalhistory.gr/lexiko/τεταρτορρομβιο/