(μ)παρμακλίκι
το, ουσ.
- (αρχιτ.) ξύλινο ή μεταλλικό κιγκλίδωμα, συνών. κάγκελο
- (ναυτ.) μεταλλικό ή ξύλινο στήριγμα στις σκάλες τών φάρων
- το σύνολο των ακτίνων τροχού σε παλαιά άμαξα
- το φέρετρο.
Ετυμολογία
< τουρκ. parmaklık < parmak [= 1. δάκτυλο, δάκτυλος, 2. ίντσα].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «(μ)παρμακλίκι», σ. 543. https://navalhistory.gr/lexiko/μπαρμακλικι/