navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › (μ)παρμακλίκι

(μ)παρμακλίκι

το, ουσ.

  1. (αρχιτ.) ξύλινο ή μεταλλικό κιγκλίδωμα, συνών. κάγκελο
  2. (ναυτ.) μεταλλικό ή ξύλινο στήριγμα στις σκάλες τών φάρων
  3. το σύνολο των ακτίνων τροχού σε παλαιά άμαξα
  4. το φέρετρο.

Ετυμολογία

< τουρκ. parmaklık < parmak [= 1. δάκτυλο, δάκτυλος, 2. ίντσα].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «(μ)παρμακλίκι», σ. 543. https://navalhistory.gr/lexiko/μπαρμακλικι/