navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πους

πους

ο, ουσ. [γεν. ποδ-ός, πληθ.-ες, -ών]

  1. (ανατ.) α) το καθένα από τα δύο κάτω άκρα του ανθρώπινου σώματος [δες πόδι], β) το καθένα από τα σκέλη κάποιου σπονδυλωτού ζώου
  2. (λογοτ.) «μετρικός πους» το σύνολο των συλλαβών που συνθέτουν μία μετρική μονάδα
  3. (μαθημ.) αγγλοσαξονική μονάδα μήκους που αντιστοιχεί περίπου προς το μέγεθος του ανθρώπινου πέλματος [δες πόδι]
  4. (ναυτ.) α) το κατώτατο άκρο του ιστίου (συνήθως στον πληθ.) β) το σχοινί με το οποίο χαλαρώνονται ή τεντώνονται τα ιστία, η σκότα, (φρ.) «πους ή πόδι του αρτέμονα / του ιστίου / της μεγίστης / προϊστίου / του συπάρου / του φώσωνος»,
  5. (φρ.) «επί ποδός», χαρακτηρισμός που δηλώνει το ετοιμότητα για ανάληψη δράσης, «παρά πόδα», με το όπλο δίπλα στο πόδι.

Ετυμολογία

< αρχ. πούς.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πους», σ. 694. https://navalhistory.gr/lexiko/πουσ/