πους
ο, ουσ. [γεν. ποδ-ός, πληθ.-ες, -ών]
- (ανατ.) α) το καθένα από τα δύο κάτω άκρα του ανθρώπινου σώματος [δες πόδι], β) το καθένα από τα σκέλη κάποιου σπονδυλωτού ζώου
- (λογοτ.) «μετρικός πους» το σύνολο των συλλαβών που συνθέτουν μία μετρική μονάδα
- (μαθημ.) αγγλοσαξονική μονάδα μήκους που αντιστοιχεί περίπου προς το μέγεθος του ανθρώπινου πέλματος [δες πόδι]
- (ναυτ.) α) το κατώτατο άκρο του ιστίου (συνήθως στον πληθ.) β) το σχοινί με το οποίο χαλαρώνονται ή τεντώνονται τα ιστία, η σκότα, (φρ.) «πους ή πόδι του αρτέμονα / του ιστίου / της μεγίστης / προϊστίου / του συπάρου / του φώσωνος»,
- (φρ.) «επί ποδός», χαρακτηρισμός που δηλώνει το ετοιμότητα για ανάληψη δράσης, «παρά πόδα», με το όπλο δίπλα στο πόδι.
Ετυμολογία
< αρχ. πούς.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πους», σ. 694. https://navalhistory.gr/lexiko/πουσ/