εφοπλιστής
ο, εφοπλίστρια και εφοπλιστίνα, η, ουσ.
(ναυτ.) επιχειρηματίας που είναι ιδιοκτήτης [δηλ. πλοιοκτήτης] σκάφους ή ναυλωτής, εφόσον η μεταφορά του φορτίου βαρύνει τον ίδιο, [σημασιολογικά οι θηλ. λ. διαφέρουν έστω κι αν τις ταυτίζουμε], [το δεύτερο θηλ.] η σύζυγος του εφοπλιστή.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐφοπλισ- (< ἐφοπλίζω) [= εξοπλίζω] + -ιστής.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εφοπλιστής», σ. 322. https://navalhistory.gr/lexiko/εφοπλιστησ/