πόρκος
ο, ουσ.
(ναυτ.) είδος αλιευτικού διχτυού, συνών. διώστης.
Ετυμολογία
< αβέβαιης ετυμολογίας, ίσως η λ. να συνδέεται με το αρμεν. ors [= κυνήγι, λεία] ή με το λατιν. porcus [= χοίρος].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πόρκος», σ. 687. https://navalhistory.gr/lexiko/πορκοσ/