navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σόπρα

σόπρα

η, ουσ.

  1. προς τα επάνω, σε πιο υψηλή θέση
  2. (φρ.) «παίρνω σόπρα», (ναυτ.) προλαβαίνω τον άνεμο, σοπράρω.

Ετυμολογία

< ιταλ. sopra [= πάνω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σόπρα», σ. 774. https://navalhistory.gr/lexiko/σοπρα/