σαρίκι
το, ουσ.
- (ενδυμ.) α) λευκό ύφασμα που τυλίγεται γύρω από το φέσι, συνών. τουρμπάνι, β) κάλυμμα του κεφαλιού των αρχαίων Περσών, ο κίδαρις
- (ναυτ.) είδος κόμπου για καραβόσκοινα
- (ζαχαρ.) είδος γλυκίσματος στην Κρήτη.
Ετυμολογία
< τουρκ. sarik < μσν. καισαρίκι(ον) [= σκούφια] < καισαρικό στέμμα < μτγν. *Καίσαρ. ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ: Καίσαρ Γάιος Ιούλιος, (102 ή 100 π.Χ. - 44 π.Χ. Ρώμη). Ρωμαίος συγγραφέας, πολιτικός και στρατιωτικός. Πραγματοποίησε μεγάλες αλλαγές στη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού. Η δικτατορική διακυβέρνησή του όπλισε τους πολιτικούς του αντιπάλους με επιχειρήματα για την αναγκαιότητα της δολοφονίας του.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σαρίκι», σ. 747. https://navalhistory.gr/lexiko/σαρικι/