χωνί
το, ουσ.

- μικρό μεταλλικό ή πλαστικό ή γυάλινο όργανο σε σχήμα κώνου με στενό στόμιο κατάλληλο για μετάγγιση υγρών
- είδος πρόχειρης κωνικής χαρτοσακούλας
- (ναυτ.) α) μεταλλικό εσωτερικό περίβλημα οφθαλμού ή εξωτερικού στύλου για προστασία των σημείων από την τριβή αλυσίδας ή κάποιου συρματόσχοινου, στορέας, β) εξάρτημα προπέλας [φωτό].
Ετυμολογία
< μσν. χωνί < χωνίον υποκορ. του αρχ. συνηρ. τ. χώνη < χοάνη < χέω [= χύνω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χωνί», σ. 925. https://navalhistory.gr/lexiko/χωνι/