navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πρυμνήτης

πρυμνήτης

ο, ουσ.

(ναυτ.)

  1. ναύτης του πολεμικού ναυτικού που έχει υπηρεσία στο μέρος της πρύμνης, αντών. πρωράτης
  2. ο κυβερνήτης ή ο πηδαλιούχος [παλαιότερα] που κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του βρισκόταν στην πρύμνη.

Ετυμολογία

< πρύμνη + [επίθημα] -της.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρυμνήτης», σ. 711. https://navalhistory.gr/lexiko/πρυμνητησ/