στολίσκος
ο, ουσ.
- (ναυτ.) μικρός ναυτικός στόλος [ακαθόριστος ο αριθμός τους] αποτελούμενος κυρίως από ελαφρά αντιτορπιλικά, πυραυλακάτους, τορπιλακάτους, ναρκαλιευτικά κ.λπ. (φρ.) «στολίσκος διώξεως / αλιευτικός»,
- σμήνος αεροπλάνων.
Ετυμολογία
< στόλος + [υποκ. επίθημα] -ίσκος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στολίσκος», σ. 789. https://navalhistory.gr/lexiko/στολισκοσ/