κόρυμβος
ο, [πληθ. κόρυμβοι, οι, και κόρυμβα, τα]
- το ακρότατο σημείο
- (ναυτ.) [για πλοία] το ακροστόλιο, διακοσμητικό στοιχείο στην πλώρη ή στην πρύμνη σε ξύλινα ιστιοφόρα του παρελθόντος, (φρ.) «κόρυμβα νεῶν», οι ψηλές πρύμνες των καραβιών
- η κορυφή όρους
- κότσος τών μαλλιών
- (φρ.) «κόρυμβος οδοντωτός», γλυπτικό στολίδι της εσωτερικής ζωφόρου τεκτονικών Στοών.
Ετυμολογία
< αρχ. κόρυμβος [= 1. το ανώτατο σημείο, κορυφή, (πληθ.) λέγεται για μοναχικό πλοίο, 2. η κορυφή λόφου].
Παράγωγα
κορυμβίτης, κορυμβώδης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κόρυμβος», σ. 450. https://navalhistory.gr/lexiko/κορυμβοσ/