navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κόρυμβος

κόρυμβος

ο, [πληθ. κόρυμβοι, οι, και κόρυμβα, τα]

  1. το ακρότατο σημείο
  2. (ναυτ.) [για πλοία] το ακροστόλιο, διακοσμητικό στοιχείο στην πλώρη ή στην πρύμνη σε ξύλινα ιστιοφόρα του παρελθόντος, (φρ.) «κόρυμβα νεῶν», οι ψηλές πρύμνες των καραβιών
  3. η κορυφή όρους
  4. κότσος τών μαλλιών
  5. (φρ.) «κόρυμβος οδοντωτός», γλυπτικό στολίδι της εσωτερικής ζωφόρου τεκτονικών Στοών.

Ετυμολογία

< αρχ. κόρυμβος [= 1. το ανώτατο σημείο, κορυφή, (πληθ.) λέγεται για μοναχικό πλοίο, 2. η κορυφή λόφου].

Παράγωγα

κορυμβίτης, κορυμβώδης.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κόρυμβος», σ. 450. https://navalhistory.gr/lexiko/κορυμβοσ/