πινέλο
το, ουσ.

- (εργαλ.) μικρό βουρτσάκι κατάλληλο για βάψιμο: α) λεπτομερειών σε τοίχο, ή β) σε τελάρο ζωγραφικής, αλλά και γ) για την περιποίηση του προσώπου
- (ναυτ.) μικρή σπαστή άγκυρα, πινέλι [δες λ.] συνήθως σε σφουγγαράδικο σκάφος, με τέσσερις χαλούς και πολύ μακρύ σχοινί, η οποία ποντίζεται όταν το σκάφος αλιεύει ανοιχτά στη θάλασσα με δύσκολες καιρικές συνθήκες.
Ετυμολογία
< βενετ. penelo ή ιταλ. pennello [υποκ.] < λατιν. penicillus [= γραφίδα, χρωστήρας] παράλλ. τ. του penicullus, υποκ. του penis [= ουρά].
Παράγωγα
πινελιά, πινέλι, πινελάρω, πινελάρισμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πινέλο», σ. 664. https://navalhistory.gr/lexiko/πινελο/