τρικράνι
το, ουσ.
(ναυτ.)
- τρίαινα [δες λ.]
- καμάκι με τρεις μύτες
- τρίκρανο, γεωργικό εργαλείο ωσάν πιρούνι για το μάζεμα των χόρτων.
Ετυμολογία
< υποκ. του αρχ. τρίκρανος [= τρικέφαλος] < τρι- (< τρία) + κράνος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τρικράνι», σ. 845. https://navalhistory.gr/lexiko/τρικρανι/