επίδοση[2]
η, ουσ.
- η συστηματική απασχόληση, η προσήλωση
- (ψυχολ.) τεστ που σκιαγραφεί την ψυχοσωματική κατάσταση ή το επίπεδο νοημοσύνης ή την ικανότητα μάθησης
- (αθλητ.) α) το ατομικό ρεκόρ του αθλητή, β) η μέγιστη τιμή των δυνατοτήτων για αυτοκίνητο ή μοτοσικλέτα, ταχύτητα, επιτάχυνση, ροπή κ.λπ.
- (ναυτ.) μεταβολή της πλεύσης του πλοίου από πλαγιοδρομία σε ουριοδρομία, πόδισμα.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπίδο(σις) [= αύξηση, πρόοδος] -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επίδοση[2]», σ. 288. https://navalhistory.gr/lexiko/επιδοση2/