navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γράδο

γράδο

το, ουσ.

  1. α) μονάδα μέτρησης της πυκνότητας υγρών, καθώς και β) το σχετικό όργανο με το οποίο επιτυγχάνουμε τη μέτρηση της οξύτητας [της περιεκτικότητας οινοπνεύματος] ή της πυκνότητας σ’ ένα υγρό, γραδόμετρο, πυκνόμετρο ή αραιόμετρο
  2. (ναυτ.) όργανο μέτρησης του βάθους στο οποίο καταδύεται ο δύτης.

Ετυμολογία

< ιταλ. grado < λατιν. gradus [= βαθμός].

Παράγωγα

γραδάρω [= υπολογίζω, βυθομετρώ].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γράδο», σ. 191. https://navalhistory.gr/lexiko/γραδο/