γράδο
το, ουσ.
- α) μονάδα μέτρησης της πυκνότητας υγρών, καθώς και β) το σχετικό όργανο με το οποίο επιτυγχάνουμε τη μέτρηση της οξύτητας [της περιεκτικότητας οινοπνεύματος] ή της πυκνότητας σ’ ένα υγρό, γραδόμετρο, πυκνόμετρο ή αραιόμετρο
- (ναυτ.) όργανο μέτρησης του βάθους στο οποίο καταδύεται ο δύτης.
Ετυμολογία
< ιταλ. grado < λατιν. gradus [= βαθμός].
Παράγωγα
γραδάρω [= υπολογίζω, βυθομετρώ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γράδο», σ. 191. https://navalhistory.gr/lexiko/γραδο/