παρεκτροπή
η, ουσ.
- (για ποτάμι) εκτροπή, στροφή
- (μτφ.) α) εκτροπή από τον κανονικό δρόμο, το δρόμο της τιμιότητας και της ηθικής στάσης, συνών. παραστράτημα, εκτραχηλισμός, ατόπημα, β) παραφορά, αφηνιασμός, τρέλα
- (ναυτ.) η γωνία που σχηματίζει ο μαγνητικός βορράς με το βορρά πυξίδας [δηλ. η εσφαλμένη παρέκκλιση της μαγνητικής πυξίδας εξαιτίας των μεταλλικών τμημάτων του σκάφους], (φρ.) «ανατολική / δυτική παρεκτροπή».
Ετυμολογία
< παρεκτρέπω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παρεκτροπή», σ. 638. https://navalhistory.gr/lexiko/παρεκτροπη/