navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › παρεκτροπή

παρεκτροπή

η, ουσ.

  1. (για ποτάμι) εκτροπή, στροφή
  2. (μτφ.) α) εκτροπή από τον κανονικό δρόμο, το δρόμο της τιμιότητας και της ηθικής στάσης, συνών. παραστράτημα, εκτραχηλισμός, ατόπημα, β) παραφορά, αφηνιασμός, τρέλα
  3. (ναυτ.) η γωνία που σχηματίζει ο μαγνητικός βορράς με το βορρά πυξίδας [δηλ. η εσφαλμένη παρέκκλιση της μαγνητικής πυξίδας εξαιτίας των μεταλλικών τμημάτων του σκάφους], (φρ.) «ανατολική / δυτική παρεκτροπή».

Ετυμολογία

< παρεκτρέπω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παρεκτροπή», σ. 638. https://navalhistory.gr/lexiko/παρεκτροπη/