navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Χ › χείμαρος

χείμαρος

ο, ουσ.

(ναυτ.) α) πάσσαλος τοποθετημένος ως τάπα στον πυθμένα της λέμβου τον οποίο βγάζουν όταν τραβούν το σκάφος στην ξηρά για να αδειάσουν τα νερά της βροχής τα οποία, εάν παραμείνουν για κάποιο χρονικό διάστημα, θα λιμνάσουν και θα προκαλέσουν το σάπισμα των ξύλων, ή β) η τρύπα της βάρκας από την οποία φεύγουν τα νερά.

Ετυμολογία

< αβέβαιου ετύμου, [τεχνικός όρος του ναυτικού λεξιλογίου], ίσως από παράγωγο της λ. χεῖμα [= χειμώνας, παγωνιά] + [επίθημα] -ρος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χείμαρος», σ. 913. https://navalhistory.gr/lexiko/χειμαροσ/