πυραυλάκατος
η, ουσ.

(ναυτ.) πολεμικό σκάφος με σχετικά μικρό εκτόπισμα (δηλ. βύθισμα) και γρήγορο, που μπορεί να εκτοξεύει πυραύλους, τορπίλες, διάφορα βλήματα επιφανείας – επιφανείας (επ/επ).
Ετυμολογία
< πύραυλ(ος) + άκατος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πυραυλάκατος», σ. 716. https://navalhistory.gr/lexiko/πυραυλακατοσ/