κροσάρω
ρ. [μετβ.]
- (ναυτ.) α) διασχίζω θαλάσσια περιοχή, β) διασταυρώνω την πορεία του σκάφους μου με εκείνη ενός άλλου που η πορεία του είναι κάθετη προς τη δική μου ή με κάτι άλλο που πλέει σε βαθμό επικινδυνότητας, όπως π.χ. ένα κοντέινερ
- (τεχνολ.) διαχωρίζω ακουστικό σήμα.
Ετυμολογία
< αγγλ. cross [= σταυρός] + -άρω, ή
ή < ιταλ. incrociare.
Παράγωγα
κροσάρισμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κροσάρω», σ. 460. https://navalhistory.gr/lexiko/κροσαρω/