navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κούτσα

κούτσα

η, ουσ.

  1. η κουτσαμάρα, η χωλότητα
  2. (ναυπ.) κοινή ονομασία της οξείας έδρας του νομέα στα ξύλινα σκάφη
  3. (ναυτ.) το κάτω μέρος του επιδρόμου
  4. (ναυτ.) α) ο άντλος, το θαλάσσιο νερό που εισρέει στο εσωτερικό του πλοίου από τους αρμούς, β) σιφωνοθήκη ή αντλοδόκη, υδροσυλλέκτης σκάφους στο κατώτατο εσωτερικό τμήμα των υφάλων του, (φρ.) «κούτσα σεντίνας / δικρόων νομέων»,
  5. (φρ.) «κούτσα κούτσα», αργά και με δυσκολία.

Ετυμολογία

< βενετ. cuzzo (‑τζα).

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κούτσα», σ. 456. https://navalhistory.gr/lexiko/κουτσα/