κούτσα
η, ουσ.
- η κουτσαμάρα, η χωλότητα
- (ναυπ.) κοινή ονομασία της οξείας έδρας του νομέα στα ξύλινα σκάφη
- (ναυτ.) το κάτω μέρος του επιδρόμου
- (ναυτ.) α) ο άντλος, το θαλάσσιο νερό που εισρέει στο εσωτερικό του πλοίου από τους αρμούς, β) σιφωνοθήκη ή αντλοδόκη, υδροσυλλέκτης σκάφους στο κατώτατο εσωτερικό τμήμα των υφάλων του, (φρ.) «κούτσα σεντίνας / δικρόων νομέων»,
- (φρ.) «κούτσα κούτσα», αργά και με δυσκολία.
Ετυμολογία
< βενετ. cuzzo (‑τζα).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κούτσα», σ. 456. https://navalhistory.gr/lexiko/κουτσα/