αγάντα
η, ουσ.
- (ναυτ.) α) μεταλλική στήλη στην προκυμαία όπου δένεται το πλοίο, β) το σημείο από όπου πιάνεται κανείς για να σπρώξει προς τα μέσα μικρό σκάφος, γ) (επίρρ.) [ναυτικό πρόσταγμα] κρατήσου, πιάσου γερά, κράτα, σπρώξε, βάστα, (φρ.) «αγάντα καδένα / σχοινί / μάτσα ή βάρκα κ.λπ.», δηλ. κράτα γερά την αλυσίδα κ.λπ.
- (μτφ.) λογικό επιχείρημα, συνών. ατού, ντοκουμέντο
- (μτφ.) κάνε υπομονή, κουράγιο.
Ετυμολογία
< ιταλ. ή βενετ. agguanta < agguantare [= συλλαμβάνω, αρπάζω, κρατώ] < ad + guando [= γάντι, χερούλι] < γαλλ. gant [= γάντι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγάντα», σ. 33. https://navalhistory.gr/lexiko/αγαντα/