navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αγάντα

αγάντα

η, ουσ.

  1. (ναυτ.) α) μεταλλική στήλη στην προκυμαία όπου δένεται το πλοίο, β) το σημείο από όπου πιάνεται κανείς για να σπρώξει προς τα μέσα μικρό σκάφος, γ) (επίρρ.) [ναυτικό πρόσταγμα] κρατήσου, πιάσου γερά, κράτα, σπρώξε, βάστα, (φρ.) «αγάντα καδένα / σχοινί / μάτσα ή βάρκα κ.λπ.», δηλ. κράτα γερά την αλυσίδα κ.λπ.
  2. (μτφ.) λογικό επιχείρημα, συνών. ατού, ντοκουμέντο
  3. (μτφ.) κάνε υπομονή, κουράγιο.

Ετυμολογία

< ιταλ. ή βενετ. agguanta < agguantare [= συλλαμβάνω, αρπάζω, κρατώ] < ad + guando [= γάντι, χερούλι] < γαλλ. gant [= γάντι].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγάντα», σ. 33. https://navalhistory.gr/lexiko/αγαντα/