navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σκα(ν)τζάρω

σκα(ν)τζάρω

ρ. [μετβ.]

  1. (ναυτ.) α) αλλάζω βάρδια, αντικαθιστώ κάποιον κατά τη διάρκεια των καθηκόντων του, αναπληρώνω, β) γυρίζω τα πανιά στην άλλη πλευρά του πλοίου
  2. (μτφ.) α) αλλάζω συμπεριφορά, β) ανταλλάσσω είδη.

Ετυμολογία

< βενετ. scangiar ή ιταλ. (s)cansare [= αποφεύγω, μετακινώ], σύμφωνα με τον καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη, από το λατιν. campsare < από τον αρχ. αόρ. κάμψαι του ρ. κάμπτω (με βάση αυτή την εκδοχή θεωρείται αντιδάνειο).

Παράγωγα

σκά(ν)τζα, σκαντζάρισμα. Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο, δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια. Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε με το πρώτο… Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κι έχει χαλάσει. Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη. Απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι κι ο πίθηκος που `χα με κούραση γυμνάσει.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκα(ν)τζάρω», σ. 764. https://navalhistory.gr/lexiko/σκαντζαρω/