καϊκιάτικα
τα, ουσ.
(ναυτ.) ναύλος, αντίτιμο για τη μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων με το καΐκι, πορθμεία.
Ετυμολογία
< καΐκ(ι).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καϊκιάτικα», σ. 388. https://navalhistory.gr/lexiko/καικιατικα/