navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πέλμα

πέλμα

το, ουσ.

  1. το κάτω μέρος του ποδιού, η πατούσα
  2. α) τμήμα του παπουτσιού ανάμεσα στο πόδι και τη σόλα, ή β) το τμήμα της σόλας που ακουμπά στο έδαφος
  3. το τμήμα της επιφάνειας των ελαστικών των τροχοφόρων που εφάπτεται στο έδαφος
  4. (αρχιτ.) το κάτω μέρος θεμελίου ή άλλου είδους αντικειμένου που λειτουργεί ως βάση, ως στήριγμα
  5. (ναυτ.) βάση, υπόβαθρο, το σημείο της ένωσης του δοκαριού του ποδοστήματος και της τρόπιδας πάνω στο οποίο στηρίζεται το πηδάλιο του σκάφους, (φρ.) «πέλμα κλωβού έλικα / λέβητα».

Ετυμολογία

< αρχ. πέλμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πέλμα», σ. 649. https://navalhistory.gr/lexiko/πελμα/