πέλμα
το, ουσ.
- το κάτω μέρος του ποδιού, η πατούσα
- α) τμήμα του παπουτσιού ανάμεσα στο πόδι και τη σόλα, ή β) το τμήμα της σόλας που ακουμπά στο έδαφος
- το τμήμα της επιφάνειας των ελαστικών των τροχοφόρων που εφάπτεται στο έδαφος
- (αρχιτ.) το κάτω μέρος θεμελίου ή άλλου είδους αντικειμένου που λειτουργεί ως βάση, ως στήριγμα
- (ναυτ.) βάση, υπόβαθρο, το σημείο της ένωσης του δοκαριού του ποδοστήματος και της τρόπιδας πάνω στο οποίο στηρίζεται το πηδάλιο του σκάφους, (φρ.) «πέλμα κλωβού έλικα / λέβητα».
Ετυμολογία
< αρχ. πέλμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πέλμα», σ. 649. https://navalhistory.gr/lexiko/πελμα/